σώμα
το, ουσ.
- κάθε ζωικός ή φυτικός οργανισμός
- ο κορμός σε αντιδιαστολή με το κεφάλι και τα άκρα
- η υλική υπόσταση σε αντιδιαστολή με το πνεύμα ή την ψυχή
- κάθε υλικό αντικείμενο ή ουσία που εξετάζεται ως προς τις φυσικές ή χημικές του/της ιδιότητες
- οργανωμένη ομάδα ανθρώπων που επιδιώκει έναν συγκεκριμένο σκοπό
- (στρατ.) α) στρατιωτική μονάδα που ελέγχει μία συγκεκριμένη περιοχή, β) (φρ.) «σώμα στρατού / διερμηνέων / αποβατικό / εκστρατευτικό / αξιωματικών του ναυτικού», «σώματα ασφαλείας», γ) επικουρικός κλάδος του στρατού π.χ.: «Σώμα Εφοδιασμού και Μεταφορών», δ) υπηρεσιακή ή εθελοντική δύναμη που σκοπό έχει την προστασία της φύσης ή του ανθρώπου από το μένος των φυσικών καταστροφών.
Ετυμολογία
< αρχ. σῶμα.
Σύνθετα
ασώματος, βραχύσωμος, γιγαντόσωμος, εύσωμος, μεγαλόσωμος, μικρόσωμος, ολόσωμος, παχύσωμος, σωματότυπος, υψηλόσωμος, σύσσωμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σώμα», σσ. 815-816. https://navalhistory.gr/lexiko/σωμα/