navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σώμα

σώμα

το, ουσ.

  1. κάθε ζωικός ή φυτικός οργανισμός
  2. ο κορμός σε αντιδιαστολή με το κεφάλι και τα άκρα
  3. η υλική υπόσταση σε αντιδιαστολή με το πνεύμα ή την ψυχή
  4. κάθε υλικό αντικείμενο ή ουσία που εξετάζεται ως προς τις φυσικές ή χημικές του/της ιδιότητες
  5. οργανωμένη ομάδα ανθρώπων που επιδιώκει έναν συγκεκριμένο σκοπό
  6. (στρατ.) α) στρατιωτική μονάδα που ελέγχει μία συγκεκριμένη περιοχή, β) (φρ.) «σώμα στρατού / διερμηνέων / αποβατικό / εκστρατευτικό / αξιωματικών του ναυτικού», «σώματα ασφαλείας», γ) επικουρικός κλάδος του στρατού π.χ.: «Σώμα Εφοδιασμού και Μεταφορών», δ) υπηρεσιακή ή εθελοντική δύναμη που σκοπό έχει την προστασία της φύσης ή του ανθρώπου από το μένος των φυσικών καταστροφών.

Ετυμολογία

< αρχ. σῶμα.

Σύνθετα

ασώματος, βραχύσωμος, γιγαντόσωμος, εύσωμος, μεγαλόσωμος, μικρόσωμος, ολόσωμος, παχύσωμος, σωματότυπος, υψηλόσωμος, σύσσωμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σώμα», σσ. 815-816. https://navalhistory.gr/lexiko/σωμα/