διαμόρφωση
η, ουσ.
- η μορφοποίηση ενός αντικειμένου
- (μτφ.) διαπαιδαγώγηση
- (πληροφ.) [format] η διαδικασία μορφοποίησης ενός μαγνητικού μέσου μνήμης και η επαναφορά των αρχικών ρυθμίσεών του, 3. (ηλεκτρολ.) η διαδικασία αλλαγής ενός ή περισσότερων χαρακτηριστικών μιας περιοδικής, κυματοειδούς μορφής, υψηλής συχνότητας σήματος, βάσει ενός άλλου αυξομειούμενου σήματος, 5. (φρ.) αναλογικές διαμορφώσεις: «διαμόρφωση παλμοκωδική / πλάτους / απλής ζώνης / διπλής ζώνης / συχνότητας / φάσης», ψηφιακές διαμορφώσεις: «διαμόρφωση μετατόπισης συχνότητας / μετατόπισης πλάτους / μετατόπισης φάσης».
Ετυμολογία
< δια + μόρφωσ(ις) + ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαμόρφωση», σ. 212. https://navalhistory.gr/lexiko/διαμορφωση/