navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σχήμα

σχήμα

το, ουσ.

  1. το περίγραμμα, η εξωτερική μορφή ενός πράγματος, συνών. φιγούρα, φόρμα
  2. (τέχν.) απεικόνιση αντικειμένου, σκίτσο, σχεδιάγραμμα
  3. (μτφ.) η συνεργασία μίας ομάδας για την επίτευξη ενός σκοπού
  4. (εκκλ.) το εξωτερικό ένδυμα και η ιδιότητα του ιερωμένου ή του μοναχού, συνών. άμφια, ράσο
  5. (φρ.) «σχήμα λόγου», «γεωμετρικό σχήμα».

Ετυμολογία

< αρχ. σχῆμα.

Παράγωγα

σχηματίζω.

Σύνθετα

σχηματογραφία, σχηματοποιώ, σχηματογράφημα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σχήμα», σ. 814. https://navalhistory.gr/lexiko/σχημα/