σχήμα
το, ουσ.
- το περίγραμμα, η εξωτερική μορφή ενός πράγματος, συνών. φιγούρα, φόρμα
- (τέχν.) απεικόνιση αντικειμένου, σκίτσο, σχεδιάγραμμα
- (μτφ.) η συνεργασία μίας ομάδας για την επίτευξη ενός σκοπού
- (εκκλ.) το εξωτερικό ένδυμα και η ιδιότητα του ιερωμένου ή του μοναχού, συνών. άμφια, ράσο
- (φρ.) «σχήμα λόγου», «γεωμετρικό σχήμα».
Ετυμολογία
< αρχ. σχῆμα.
Παράγωγα
σχηματίζω.
Σύνθετα
σχηματογραφία, σχηματοποιώ, σχηματογράφημα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σχήμα», σ. 814. https://navalhistory.gr/lexiko/σχημα/