navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύρραξη

σύρραξη

η, ουσ.

  1. βίαιη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο μέρη
  2. (στρατ.) πολεμική σύγκρουση μεταξύ κρατών, συμπλοκή.

Ετυμολογία

< αρχ. σύρραξις, -εως, < συρράσσω < σύν- + ράσσω [= χτυπώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρραξη», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρραξη/