σύρραξη
η, ουσ.
- βίαιη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο μέρη
- (στρατ.) πολεμική σύγκρουση μεταξύ κρατών, συμπλοκή.
Ετυμολογία
< αρχ. σύρραξις, -εως, < συρράσσω < σύν- + ράσσω [= χτυπώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρραξη», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρραξη/