navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύρτης

σύρτης

ο, ουσ.

  1. (εργαλ.) μεταλλικός ή ξύλινος μοχλός που χρησιμοποιείται για το ασφαλές κλείσιμο των πορτοπαράθυρων, συνών. περάτης, μάνταλο
  2. (στρατ.) εξάρτημα τορπίλης που ρυθμίζει την εισαγωγή και εξαγωγή του πεπιεσμένου αέρα
  3. (φρ.) «σύρτης εκτονωτικός», τύπος σύρτη που διανέμει τον ατμό από κύλινδρο υψηλής πίεσης σε άλλον πιο χαμηλής, ατμοσύρτης.

Ετυμολογία

< μτγν. σύρτης [= σκοινί για τράβηγμα] (< σύρω = σέρνω, έλκω ή σέρνω καταγής) + -της.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρτης», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρτησ/