σύρτης
ο, ουσ.
- (εργαλ.) μεταλλικός ή ξύλινος μοχλός που χρησιμοποιείται για το ασφαλές κλείσιμο των πορτοπαράθυρων, συνών. περάτης, μάνταλο
- (στρατ.) εξάρτημα τορπίλης που ρυθμίζει την εισαγωγή και εξαγωγή του πεπιεσμένου αέρα
- (φρ.) «σύρτης εκτονωτικός», τύπος σύρτη που διανέμει τον ατμό από κύλινδρο υψηλής πίεσης σε άλλον πιο χαμηλής, ατμοσύρτης.
Ετυμολογία
< μτγν. σύρτης [= σκοινί για τράβηγμα] (< σύρω = σέρνω, έλκω ή σέρνω καταγής) + -της.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρτης», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρτησ/