τολ
το, άκλ. ουσ.
(στρατ.) μεταλλική ημικυκλική κατασκευή, που λειτουργεί ως υπόστεγο για τη συντήρηση και φύλαξη αεροσκαφών ή ως στρατιωτικός κοιτώνας, αποθήκη κ.λπ.
Ετυμολογία
< γαλλ. tôle [= λαμαρίνα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τολ», σ. 834. https://navalhistory.gr/lexiko/τολ/