navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σφύρα

σφύρα

η, ουσ.

  1. (εργαλ.) τύπος μηχανής που συνθλίβει πετρώματα
  2. (στρατ.) εξάρτημα πυροβόλου όπλου που ενδυναμώνει την ισχύ του επικρουστήρα
  3. (ανατ.) ένα από τα τρία οστάρια του μέσου τμήματος του αυτιού
  4. (αθλητ.) το βασικό όργανο στο άθλημα της σφυροβολίας που αποτελείται από μεταλλική σφαίρα και αλυσίδα ή χοντρό ελαστικό σύρμα
  5. (εκφρ.) «μεταξύ σφύρας και άκμονος», το να βρίσκεται κάποιος σε πολύ δύσκολη θέση.

Σύνθετα

σφυροβολία, σφυροδακτυλία, σφυροκόπημα, σφυροκόπος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφύρα», σ. 812. https://navalhistory.gr/lexiko/σφυρα/