πασπαρτού
το, άκλ. ουσ.
- (εργαλ.) αντικλείδι που ανοίγει διάφορες κλειδαριές
- λεπτό χαρτόνι στο οποίο κολλιούνται φωτογραφίες ή εικόνες
- (μτφ.) αυτός που ταιριάζει σ’ όλες τις περιστάσεις.
Ετυμολογία
< γαλλ. passe-partout [= περνά από παντού] < passe- (< ρ. passer [= περνώ] < λατιν. passus [= βήμα]) + partout [= παντού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πασπαρτού», σ. 643. https://navalhistory.gr/lexiko/πασπαρτου/