navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πασπαρτού

πασπαρτού

το, άκλ. ουσ.

  1. (εργαλ.) αντικλείδι που ανοίγει διάφορες κλειδαριές
  2. λεπτό χαρτόνι στο οποίο κολλιούνται φωτογραφίες ή εικόνες
  3. (μτφ.) αυτός που ταιριάζει σ’ όλες τις περιστάσεις.

Ετυμολογία

< γαλλ. passe-partout [= περνά από παντού] < passe- (< ρ. passer [= περνώ] < λατιν. passus [= βήμα]) + partout [= παντού].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πασπαρτού», σ. 643. https://navalhistory.gr/lexiko/πασπαρτου/