navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πεντάλ

πεντάλ

το, άκλ. ουσ.

  1. μοχλός κίνησης που ενεργοποιεί και αυξομειώνει την ταχύτητα του οχήματος, συνών. πε(ν)ταλιέρα, πατήθρα, ποδόπληκτρο, ποδωστήρας
  2. (μουσ.) ποδοκίνητο πλήκτρο του εκκλησιαστικού οργάνου, του πιάνου και του αρμόνιου.

Ετυμολογία

< γαλλ. pédal < ιταλ. pedale < ουδέτερο του λατινικού pedalis < pēs, pedis [= πόδι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πεντάλ», σ. 649. https://navalhistory.gr/lexiko/πενταλ/