πεντάλ
το, άκλ. ουσ.
- μοχλός κίνησης που ενεργοποιεί και αυξομειώνει την ταχύτητα του οχήματος, συνών. πε(ν)ταλιέρα, πατήθρα, ποδόπληκτρο, ποδωστήρας
- (μουσ.) ποδοκίνητο πλήκτρο του εκκλησιαστικού οργάνου, του πιάνου και του αρμόνιου.
Ετυμολογία
< γαλλ. pédal < ιταλ. pedale < ουδέτερο του λατινικού pedalis < pēs, pedis [= πόδι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πεντάλ», σ. 649. https://navalhistory.gr/lexiko/πενταλ/