παχύμετρο
Και: παχόμετρο
το, ουσ.

(εργαλ.) ειδικό όργανο για τη μέτρηση του πάχους ή τη χάραξη εσωτερικών ή εξωτερικών διαστάσεων διαφόρων αντικειμένων από μέταλλο, ξύλο, πλαστικό κ.λπ., (φρ.) «παχύμετρο ηλεκτρονικό / ψηφιακό / μηχανικό / μεταλλικό / ανοξείδωτο / ωρολογιακό / ακριβείας / αναλογικό / ακίδων / δέλτα / μικρομετρικό / οπτικό».
Ετυμολογία
< αγγλ. pachymeter < pachy- [= παχύ-] + -meter [= μέτρο(ν)].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παχύμετρο και παχόμετρο», σσ. 645-646. https://navalhistory.gr/lexiko/παχυμετρο-και-παχομετρο/