navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νότιος

νότιος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που βρίσκεται ή που είναι στραμμένος προς το νότο, συνών. μεσημβρινός, αντών. βόρειος
  2. αυτός που προέρχεται από τον νότο ή που κατευθύνεται προς αυτόν, συνών. ανταρκτικός
  3. το άτομο εκείνο που κατάγεται ή κατοικεί σε νοτιότερες περιοχές ή χώρες
  4. (μετεωρ.) άνεμος που πνέει από τον νότο, συνών. όστρια.

Ετυμολογία

< αρχ. νότιος.

Επιρρήματα

νότια και νοτίως [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νότιος», σ. 581. https://navalhistory.gr/lexiko/νοτιοσ/