δέστρα
η, ουσ.
σιδερένιος πάσσαλος, στην προκυμαία ή στο κρηπίδωμα του λιμανιού ή πάνω στο σκάφος, που χρησιμοποιείται για το δέσιμο των σχοινιών των πλοίων, μπίντα, τονοδέτης.
Ετυμολογία
< δένω < αρχ. δέω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δέστρα», σ. 204. https://navalhistory.gr/lexiko/δεστρα/