Μ, μ, μι
το, άκλ. ουσ.
α) το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, ένα από τα 17 σύμφωνα, β) [ως αριθμητικό σύμβολο χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι, κατά παράδοση ή καταχρηστικά] Μ ή μ [= δωδέκατος, -η, -ο,].
Ετυμολογία
< αρχ. μῦ < σημιτ. προέλευσης που σήμαινε νερό, πβ. εβρ. mēm.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Μ, μ, μι», σ. 493. https://navalhistory.gr/lexiko/μ-μ-μι/