λαμπρός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που εκπέμπει φως, λάμψη, ο ακτινοβόλος, ο λαμπερός
- (μτφ.) ο εξαιρετικός, ο διαπρεπής, ο υπέροχος, ένδοξος, ξακουστός
- (μετεωρ.) ο άνεμος εκείνος που είναι μεταξύ μετρίου και σφοδρού
- (ενδυμ.) τα πολυτελή ρούχα.
Ετυμολογία
< αρχ. λαμπρός.
Επιρρήματα
λαμπρά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαμπρός», σ. 475. https://navalhistory.gr/lexiko/λαμπροσ/