λείος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι ομαλός, χωρίς ανωμαλίες και αγριάδες στην επιφάνεια, αζάρωτος, αρυτίδωτος, αντών. τραχύς, ανώμαλος
- (μετεωρ.) ο σταθερός και στρωτός άνεμος, χωρίς αυξομειώσεις στην έντασή του
- (για τόπους) πεδινός, αδέντρος.
Ετυμολογία
< αρχ. λεῖος.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λείος», σ. 478. https://navalhistory.gr/lexiko/λειοσ/