navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λαίλαπα

λαίλαπα

η, ουσ.

  1. (μετεωρ.) πολύ ισχυρό ανεμοβρόχι σύντομης διάρκειας αλλά με απότομες αλλαγές στην διεύθυνσή του, συνών. ανεμοστρόβιλος, θύελλα, μανιασμένη καταιγίδα, τυφώνας
  2. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί στο πέρασμά του καταστροφή, συνών. συμφορά, δυστυχία.

Ετυμολογία

< αρχ. λαῖλαψ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαίλαπα», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λαιλαπα/