λιβοζέφυρος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(μετεωρ.) άνεμος που πνέει με διεύθυνση μεταξύ λίβα και ζέφυρου, δηλ. ο νοτιοδυτικός άνεμος, αλλιώς: πο(υ)νεντογάρμπης.
Ετυμολογία
< λίβ(ας) -ο- + ζέφυρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιβοζέφυρος», σ. 482. https://navalhistory.gr/lexiko/λιβοζεφυροσ/