λαιλαπώδης
-ης, -ες, επίθ.
ορμητικός σαν τον ανεμοστρόβιλο, χειμαρρώδης, θυελλώδης.
Ετυμολογία
< λαίλαπα (< αρχ. λαῖλαψ ) + -ώδης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαιλαπώδης», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λαιλαπωδησ/