όχθη
η, ουσ.
- (γεωλ.) ακτή σε: α) ποτάμι ή λίμνη, όχτος, β) σε θάλασσα, ακροθαλασσιά
- (μτφ.) παράταξη, μεριά, πλευρά.
Ετυμολογία
< αρχ. ὄχθη, ἡ, αρχ. τύπος του ὄχθος [= έδαφος που εξέχει, το χείλος των πλευρών ενός ποταμού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όχθη», σ. 619. https://navalhistory.gr/lexiko/οχθη/