ήλεκτρο
το, ουσ.


- απολιθωμένη ρητίνη κωνοφόρων δέντρων που εσωκλείει πολλές φορές φυτικούς ή ζωικούς οργανισμούς, είναι σκληρό και διαφανές και έχει την ιδιότητα να ηλεκτρίζεται με την τριβή, αλλιώς: κεχριμπάρι [αφθονεί στις παράλιες περιοχές της Βαλτικής]
- (γεωλ.) ορυκτό αυτοφυές, κράμα χρυσού και αργύρου
- (αρχαιολ.) α) για του αρχαίους Έλληνες ένα κράμα χρυσού και αργύρου, το οποίο εύρισκαν αυτούσιο στα μεταλλεία, ή το παρασκεύαζαν στα εργαστήρια τους, β) είδος νομίσματος γνωστό ως στατήρας, κατασκευασμένο από ήλεκτρο, το οποίο έφερε κεφαλή λέοντος ή ταύρου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἤλεκτρον. [φωτό: νόμισμα από ήλεκτρο, κατασκευασμένο στις Σάρδεις της Λυδίας, 610 π.Χ. Θεωρείται το πρώτο νόμισμα της Ιστορίας].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήλεκτρο», σ. 334. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρο-2/