navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ήλεκτρο

ήλεκτρο

το, ουσ.

ήλεκτρο, εικόνα από το έντυπο
ήλεκτρο, εικόνα από το έντυπο
  1. απολιθωμένη ρητίνη κωνοφόρων δέντρων που εσωκλείει πολλές φορές φυτικούς ή ζωικούς οργανισμούς, είναι σκληρό και διαφανές και έχει την ιδιότητα να ηλεκτρίζεται με την τριβή, αλλιώς: κεχριμπάρι [αφθονεί στις παράλιες περιοχές της Βαλτικής]
  2. (γεωλ.) ορυκτό αυτοφυές, κράμα χρυσού και αργύρου
  3. (αρχαιολ.) α) για του αρχαίους Έλληνες ένα κράμα χρυσού και αργύρου, το οποίο εύρισκαν αυτούσιο στα μεταλλεία, ή το παρασκεύαζαν στα εργαστήρια τους, β) είδος νομίσματος γνωστό ως στατήρας, κατασκευασμένο από ήλεκτρο, το οποίο έφερε κεφαλή λέοντος ή ταύρου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἤλεκτρον. [φωτό: νόμισμα από ήλεκτρο, κατασκευασμένο στις Σάρδεις της Λυδίας, 610 π.Χ. Θεωρείται το πρώτο νόμισμα της Ιστορίας].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήλεκτρο», σ. 334. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρο-2/