ηφαίστειο
το, ουσ.


- (γεωλ.) άνοιγμα ή ρήγμα στην επιφάνεια της Γης ή στην επιφάνεια άλλων πλανητών, από το οποίο αναβλύζουν κατά καιρούς πυρακτωμένα υλικά και δηλητηριώδη αέρια
- (μτφ.) α) τόπος ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έντονες ταραχές, β) άτομο με εκρηκτική ιδιοσυγκρασία
- (λογοτ.) «τα ηφαίστεια», τίτλος ωδής του Ανδρέα Κάλβου που ανήκει στη συλλογή Λυρικά.
Ετυμολογία
< καθαρ. ἡφαίστειον < αρχ. Ἡφαιστεῖον [= ναός του Ήφαιστου] < μυθ. κύρ. όν.: Ἥφαιστος, μτφρδ. από τη λατιν. Volcanus.
Παράγωγα
ηφαιστειότητα [= το σύνολο των γεωλογικών φαινομένων που προκαλούν την ηφαιστειακή έκρηξη], ηφαιστειώδης, ηφαιστειακός, «ηφαιστειογενές κύμα». ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Ήφαιστος, γιος του Δία και της Ήρας ή μόνο της Ήρας, ένας από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου. Σύζυγος της Χάριτος (Ιλιάδα) ή της Αφροδίτης (Οδύσσεια) ή της Αγλαΐας (Ησίοδ. Θεογ.). Με την εργατικότητα και επιδεξιότητά του στη χρήση των μετάλλων, τιμήθηκε ως θεός των μεταλλουργών και γενικότερα των χειροτεχνών, αλλά και ως θεός της φωτιάς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηφαίστειο», σσ. 342-343. https://navalhistory.gr/lexiko/ηφαιστειο/