γαιανθρακαποθήκη
η, ουσ.
αποθήκη γαιανθράκων, καρβουναποθήκη, αποθήκη φύλαξης πετροκάρβουνου ή τύρφης.
Ετυμολογία
< γαιάνθρακας + αποθήκη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαιανθρακαποθήκη», σ. 172. https://navalhistory.gr/lexiko/γαιανθρακαποθηκη/