ίριδα
η, ουσ.
•
- (μετεωρ.) το ουράνιο τόξο, ηλιακό φάσμα που εμφανίζεται μετά την εξέλιξη της βροχόπτωσης
- (ιατρ.) μέρος της πρόσθιας μοίρας του ματιού των ζώων και των ανθρώπων, το χρωματικό τμήμα που στο κέντρο του βρίσκεται η κόρη
- (φυτολ.) διάφορα είδη κρίνων
- (ζωολ.) α) γένος εντόμων, β) το σύνολο των χρωμάτων που απαρτίζουν τις βούλες της ουράς των παγωνιών
- (ορυκτ.) πολύτιμος λίθος
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.] η *Ίριδα, αγγελιοφόρος των Θεών, κυρίως των θεϊκών εντολών προς τους ανθρώπους
- (φυσ.) (φρ.) «τα χρώματα της ίριδας», τα επτά βασικά χρώματα που συνθέτουν το ηλιακό φάσμα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο μόνο για την 2η ερμηνεία) < αρχ. θεωνύμιο Ἶρις*.
Παράγωγα
ιριδίζω [= παρουσιάζω τα χρώματα της ίριδας], ιριδικός [= ο αναφερόμενος στην ίριδα], ιριδωτός [= ποικιλόχρωμος], ιρίτιδα [= φλεγμονή της ίριδας του ματιού], ιριδισμός [= οπτικό φαινόμενο].
Σύνθετα
ιριδεκτομή, ιριδερημία, ιριδίτιδα, ιρίτιδα, ιριδοειδής, ιριδιτομία, ιριδοκυκλίτιδα, ιριδοκύτταρα. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Ίριδα, κόρη του Θαύμαντα, γιου του Πόντου, και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας. Εμφανίζεται ως θεότητα, προσωποποιώντας το ουράνιο τόξο. Αποτελεί το σύνδεσμο των ανθρώπων με τους θεούς και με την παρουσία της χαράζει στον ποικιλόχρωμο δρόμο της την επικοινωνία μεταξύ Ουρανού, Γης, Θάλασσας και Κάτω Κόσμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ίριδα», σ. 370. https://navalhistory.gr/lexiko/ιριδα/