ίλιγγος
ο, ουσ.
(ιατρ.) η απώλεια του αισθήματος της ισορροπίας, κατάσταση κατά την οποία δεν μπορεί ο άνθρωπος να ελέγξει την ευστάθεια, την ισορροπία του σώματός του, που νιώθει όλα να περιστρέφονται γύρω του, συνών. ζάλη, ζαλάδα, σκοτοδίνη, 2. (μτφ.) α) ψυχική διαταραχή, β) θάμπωμα, κατάπληξη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἴλιγγος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ίλιγγος», σ. 367. https://navalhistory.gr/lexiko/ιλιγγοσ/