ηλάγρα
η, ουσ.
(εργαλ.) εργαλείο με το οποίο αποσπούμε τα καρφιά, αλλιώς τανάλια, πένσα.
Ετυμολογία
σε πολυτονική γραφή: ἡλάγρα < αρχ. ἧλος [= το καρφί] + ἄγρα [= 1. κυνήγι, θήραμα, λεία, 2. τρόπος κυνηγιού, 3. αλίευμα, «ψαριά», σε Κ.Δ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλάγρα», σ. 332. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλαγρα/