ζου(μ)πάς
ο, ουσ.
- (εργαλ.) μεταλλικός πίρος, κωνικός στη μία του άκρη, κατάλληλος για το τρύπημα μεταλλικών επιφανειών, χαρτιών, δερμάτων κ.λπ. ή για την ώθηση καρφιών σε μεγαλύτερο βάθος έτσι που να μην προεξέχουν οι κορυφές τους, συνών. τρημολόγος (< τρήμα = οπή), εγκρουστήρας, στιγέας [< αρχ. στιγεύς]
- (χλευαστ.) ο πολύ μικρός, ως προς το ύψος, άνθρωπος, ο μικρόσωμος, ο μικροκαμωμένος, συνών. κοντοστούπης, νάνος, τζουτζές, σβέντζος.
Ετυμολογία
< τουρκ. zımba [= μεταλλικός πίρος] < περσ. sumba, ή
ή < ιταλ. zombo.
Παράγωγα
ζουμπάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζου(μ)πάς», σ. 328. https://navalhistory.gr/lexiko/ζουμπασ/