εξωστήρας
o, ουσ.
- κοντός δοκός με την οποία σπρώχνουν τις σχεδίες από την παραλία προς το νερό
- (εργαλ.) εξολκέας.
Ετυμολογία
< έξω + [αρχ.] στῆρ [= στητός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξωστήρας», σ. 281. https://navalhistory.gr/lexiko/εξωστηρασ/