ζυγός
ο, ουσ.

- (εργαλ.) είδος παραδοσιακής ζυγαριάς, συνών. πλάστιγγα
- [ως κύρ. όν.:] ο Ζυγός, αστερισμός του Β. ημισφαιρίου
- (αστρολ.) το έβδομο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου
- (τεχνολ.) εξάρτημα αμαξών στο οποίο δένονται τα υποζύγια
- (μτφ.) α) κάθε αυταρχικό και τυραννικό καθεστώς, β) κατάσταση καταπίεσης και ανελευθερίας, συνών. σκλαβιά, υποτέλεια
- α) η στοίχιση σε ευθεία γραμμή, β) πλευρά στρατιωτικής παράταξης
- (μαθημ.) αριθμός άρτιος, διπλός, δηλ. 2,4,6,8...
Ετυμολογία
< αρχ. ζυγός.
Παράγωγα
ζυγίζω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζυγός», σ. 329. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγοσ/