εξάστερο
το, εξάστρα, η, ουσ.
- (αστρον.) ο αστερισμός της Πλειάδας, η Πούλια
- [ως επίθ.] αυτός που φέρει έξι αστέρια.
Ετυμολογία
< ἕξ + ἀστήρ, γεν. -έρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάστερο», σ. 277. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαστερο/