navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξάστερο

εξάστερο

το, εξάστρα, η, ουσ.

  1. (αστρον.) ο αστερισμός της Πλειάδας, η Πούλια
  2. [ως επίθ.] αυτός που φέρει έξι αστέρια.

Ετυμολογία

< ἕξ + ἀστήρ, γεν. -έρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάστερο», σ. 277. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαστερο/