έκλειψη
η, ουσ. [γεν. -ης και -εως]


(αστρον.) το φαινόμενο της παροδικής, μερικής ή ολικής, απόκρυψης του ηλιακού δίσκου [που οφείλεται στην παρεμβολή της Σελήνης μεταξύ του Ήλιου και της Γης] ή του δίσκου της Σελήνης [όταν παρεμβάλλεται η Γη μεταξύ της Σελήνης και του Ήλιου] ή κάποιου άλλου πλανήτη ή δορυφόρου πλανήτη ή ενός αστέρα από έναν γήινο παρατηρητή, (φρ.) «έκλειψη ηλίου - solar eclipse», «μερική έκλειψη - partial eclipse», «ολική έκλειψη - total eclipse», «έκλειψη σελήνης - lunar eclipse».
Ετυμολογία
< αρχ. ἔκλειψις, γαλλ. éclipse, αγγλ. eclipse.
Από τον Τύπο
Για τους αστροφυσικούς, η ολική έκλειψη προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να παρατηρήσουν το ηλιακό στέμμα, την εξώτερη ατμόσφαιρα του Ήλιου, η οποία κανονικά δεν διακρίνεται γιατί χάνεται στη λάμψη του άστρου. Μόνο όταν ο δίσκος του Ήλιου καλυφθεί από τη Σελήνη γίνονται ορατά τα γιγάντια νήματα πλάσματος –ιονισμένου αερίου- που ορθώνονται εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα πάνω από την ηλιακή επιφάνεια.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έκλειψη», σ. 252. https://navalhistory.gr/lexiko/εκλειψη/