εξατμίζω
ρ. [μετβ.]
- μετατρέπω ένα υγρό σώμα σε ατμό ή αέριο
- (μτφ.) αποδυναμώνω και εξαφανίζω κάτι, αφανίζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξατμίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξατμίζω», σ. 277. https://navalhistory.gr/lexiko/εξατμιζω/