navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξατμίζω

εξατμίζω

ρ. [μετβ.]

  1. μετατρέπω ένα υγρό σώμα σε ατμό ή αέριο
  2. (μτφ.) αποδυναμώνω και εξαφανίζω κάτι, αφανίζω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐξατμίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξατμίζω», σ. 277. https://navalhistory.gr/lexiko/εξατμιζω/