navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έξαρμα

έξαρμα

το, ουσ.

  1. (γεωλ.) αυτό που ανασηκώνεται πάνω από μια επιφάνεια, συνών. ύψωμα, εξόγκωμα, φούσκωμα, ψήλωμα, προεξοχή, αντών. βαθούλωμα
  2. (αστρον.) «το έξαρμα του πόλου», το ύψος του ουράνιου πόλου πάνω από τον ορίζοντα του παρατηρητή, το οποίο είναι ίσο με τη γωνία που σχηματίζουν ο άξονας της Γης και ο ορίζοντας ή με το γεωγραφικό πλάτος αυτού του τόπου.

Ετυμολογία

< μτγν. ἔξαρμα [= εξόγκωμα] < αρχ. ἔξαρμα [= ανύψωση, διόγκωση] < ἐξαίρω < ἐξ + αἴρω [= προβάλλω, τονίζω ένα χαρακτηριστικό].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έξαρμα», σ. 276. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαρμα/