έξαρμα
το, ουσ.
- (γεωλ.) αυτό που ανασηκώνεται πάνω από μια επιφάνεια, συνών. ύψωμα, εξόγκωμα, φούσκωμα, ψήλωμα, προεξοχή, αντών. βαθούλωμα
- (αστρον.) «το έξαρμα του πόλου», το ύψος του ουράνιου πόλου πάνω από τον ορίζοντα του παρατηρητή, το οποίο είναι ίσο με τη γωνία που σχηματίζουν ο άξονας της Γης και ο ορίζοντας ή με το γεωγραφικό πλάτος αυτού του τόπου.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔξαρμα [= εξόγκωμα] < αρχ. ἔξαρμα [= ανύψωση, διόγκωση] < ἐξαίρω < ἐξ + αἴρω [= προβάλλω, τονίζω ένα χαρακτηριστικό].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έξαρμα», σ. 276. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαρμα/