εαρινός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που πραγματοποιείται την άνοιξη, ανοιξιάτικος
- (αστρον.) «εαρινή ισημερία», η 21η Μαρτίου κάθε έτους, κατά την οποία η διάρκεια της ημέρας και της νύχτας είναι ίσες.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐαρινός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εαρινός», σ. 240. https://navalhistory.gr/lexiko/εαρινοσ/