navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίκη

δίκη

η, ουσ.

  1. (νομ.) εκδίκαση υποθέσεως με σκοπό την απονομή του δικαίου, συνών. ακροαματική διαδικασία
  2. τιμωρία
  3. (μσν.) μέλλουσα κρίση
  4. (αρχ.) τάξη, αρμονία
  5. ισχύς
  6. απόφαση
  7. (νομ.) δικαστική υπόθεση
  8. (μυθολ.) η *Δίκη, προσωποποιημένη θεά της δικαιοσύνης.

Ετυμολογία

< αρχ. δείκνυμι [= φανερώνω, φέρνω στο φως].

Μυθολογια

Δίκη, κόρη του Δία και της Θέμιδος, αδελφή της Ευνομίας και της Ειρήνης, γνωστές και σαν Ώρες. Προσωποποίηση του δικαίου, της ορθής κρίσης και συμπεριφοράς. Κατά την πρώιμη αρχαϊκή περίοδο, θεωρούνταν προστάτισσα της βλάστησης και της καρποφορίας, ενώ κατά την κλασική εποχή συμβόλιζε τον δικαστικό αγώνα που διεξάγει κάθε απλός πολίτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίκη», σ. 223. https://navalhistory.gr/lexiko/δικη/