διόσκουροι
οι, ουσ.

- (αστρον.) ο αστερισμός των Διδύμων [λατιν. Gemini]
- δίδυμα αδέλφια
- (μτφ.) καρδιακοί φίλοι
- (φυσ.) ηλεκτρικό φωτεινό φαινόμενο, το οποίο εμφανίζεται σε αιχμηρές προεξοχές κατά τη διάρκεια της νύχτας σε στιγμές κακοκαιρίας, π.χ. στα κατάρτια και τις κεραίες των πλοίων, στο ρύγχος των αεροπλάνων, συνών. τελώνια
- (μυθολ.) οι *Διόσκουροι, πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας.
Ετυμολογία
< μυθ. κύρ. όν. *Διόσκουροι (γιοι του Δία) < Διός Κούροι < Διό- (< Ζεύς, γεν. Διός) + κούροι, πληθ. του επικού ιωνικού τ. κούρος αντί κόρος [= γιος, νέος, παλληκάρι].
Μυθολογια
Διόσκουροι, δίδυμοι ήρωες της Λακωνίας, γιοι του Τυνδάρεου και της Λήδας, αδέλφια της Ελένης και της Κλυταιμνήστρας. Κάστωρ και Πολυδεύκης τα ονόματά τους. Πολλοί είναι οι μύθοι και οι παραλλαγές τους τόσο για τη γέννηση όσο και για τη ζωή και το θάνατό τους. Ο γνωστότερος, ίσως, μύθος μαρτυρεί πως ο Δίας με τη μορφή κύκνου ενώθηκε με τη Λήδα. Για εννέα μήνες τα παιδιά εκκολάφθηκαν σ’ ένα αβγό. Νεότερη παράδοση αναφέρει πως μαζί τους γεννήθηκε και η Ελένη. [φωτό: Λεπτομέρεια, «Ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης σώζουν την Ελένη», πίνακας του Jean-Bruno Gassies (1817). Πηγή εικόνας: wga.hu.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διόσκουροι», σ. 227. https://navalhistory.gr/lexiko/διοσκουροι/