έθιμο
το, ουσ.
- (λαογρ.) η κοινή συνήθεια, που αποκτά διαχρονική αξία, όταν οι κοινωνικές ομάδες επιδιώκουν τη διατήρηση και αναθέρμανσή της, συνών. παράδοση, θέσμια
- (νομ.) άγραφος κανόνας δικαίου που έχει νομική ισχύ
- το σύνολο των κανόνων που διέπουν τις κοινωνικές εκδηλώσεις, ο τρόπος παρουσίασης σε εκπροσώπους της πολιτείας κ.λπ. το πρωτόκολλο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔθιμον < αρχ. ἔθος.
Παράγωγα
εθιμικός.
Σύνθετα
εθιμοτυπία, εθιμοταξία, εθιμοτυπικός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έθιμο», σ. 245. https://navalhistory.gr/lexiko/εθιμο/