navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έθιμο

έθιμο

το, ουσ.

  1. (λαογρ.) η κοινή συνήθεια, που αποκτά διαχρονική αξία, όταν οι κοινωνικές ομάδες επιδιώκουν τη διατήρηση και αναθέρμανσή της, συνών. παράδοση, θέσμια
  2. (νομ.) άγραφος κανόνας δικαίου που έχει νομική ισχύ
  3. το σύνολο των κανόνων που διέπουν τις κοινωνικές εκδηλώσεις, ο τρόπος παρουσίασης σε εκπροσώπους της πολιτείας κ.λπ. το πρωτόκολλο.

Ετυμολογία

< μτγν. ἔθιμον < αρχ. ἔθος.

Παράγωγα

εθιμικός.

Σύνθετα

εθιμοτυπία, εθιμοταξία, εθιμοτυπικός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έθιμο», σ. 245. https://navalhistory.gr/lexiko/εθιμο/