έκδοση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκδίδω:
- εκτύπωση εργασίας σε έντυπη μορφή, (φρ.) «έκδοση βιβλίου / εφημερίδας περιοδικού / ηλεκτρονική»,
- σύνταξη επίσημου εγγράφου και παράδοσή του σ’ αυτόν που το ζήτησε, (φρ.) «έκδοση πιστοποιητικού / διαβατηρίου / ταυτότητας / αποδεικτικού ενημερότητας»,
- (νομ.) σύλληψη και παράδοση αλλοδαπού εγκληματία από τις αρχές μιας χώρας σε άλλη
- εκτύπωση και κυκλοφορία αριθμημένων δελτίων, (φρ.) «έκδοση ομολόγων / χαρτονομισμάτων / μετοχών / γραμματοσήμων / εισιτηρίων / πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας».
Ετυμολογία
< μτγν. ἔκδο(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έκδοση», σ. 250. https://navalhistory.gr/lexiko/εκδοση/