navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εγκαλώ

εγκαλώ

ρ. [μετβ.]

(νομ.) καταγγέλλω κάποιον σε δικαστική αρχή για αξιόποινη πράξη του και ζητώ την ποινική του δίωξη.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐγκαλῶ.

Παράγωγα

εγκαλεστής και αγκαλεστής, εγκάλεσμα και αγκάλεσμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγκαλώ», σ. 243. https://navalhistory.gr/lexiko/εγκαλω/