έκθεση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκθέτω:
- η τοποθέτηση αντικειμένουεκθέματος σε συγκεκριμένο μέρος για να βρίσκεται σε κοινή θέα
- θεματικές παρουσιάσεις: (φρ.) «γεωργική / φυτοκομική / ανθοκομική / κτηνοτροφική / φιλοτελική / βιομηχανική / εμπορική / καλλιτεχνική / πανελλήνια / διεθνής έκθεση»,
- ο τόπος στον οποίο γίνεται η παρουσίαση των εκθεμάτων π.χ.: «Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης»,
- υποβολή αντικειμένου στην επίδραση εξωτερικών φυσικών ή χημικών παραγόντων, π.χ.: «έκθεση στο φως / στις ηλιακές ακτίνες / σε ακτινοβολία τύπου γ / σε θερμοκρασία / σε κοσμική ακτινοβολία»,
- (νομ.) εγκατάλειψη ατόμου που αδυνατεί να φροντίσει τον εαυτό του
- προφορική ή γραπτή λεπτομερής περιγραφή γεγονότος ή πράγματος
- (ειδικότ.) μαθητική εργασία με ανάπτυξη ορισμένου θέματος
- (φρ.) «έκθεση ατυχήματος / βλαβών / έκτακτου γεγονότος / επιθεώρησης / κανονιστών αβαρίας / κανονισμού αβαρίας / πραγματογνώμονα / πλοιάρχου / σκαφών / Natex Expo / ναυτιλιακή / ετήσια / περιοδική».
Ετυμολογία
< αρχ. ἔκθε(σις) + -ση, σημδ. από τη γαλλ. exposition.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έκθεση», σ. 250. https://navalhistory.gr/lexiko/εκθεση/