navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εγείρω

εγείρω

ρ. [μετβ.]

  1. ξυπνώ κάποιον
  2. οικοδομώ
  3. (φρ.) «εγείρω αξιώσεις», προβάλλω αξιώσεις, απαιτώ, διεκδικώ, (νομ.) «εγείρω αγωγή», κάνω αγωγή / ένσταση.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐγείρω [= ξυπνώ κάποιον, ερεθίζω].

Παράγωγα

έγερση, εγερτήριος, εγερτικός, εγέρσιμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγείρω», σ. 242. https://navalhistory.gr/lexiko/εγειρω/