navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκμισθώνω

εκμισθώνω

ρ. [μετβ.]

(νομ.) παραχωρώ την επικαρπία ενός περιουσιακού στοιχείου σε κάποιον για ορισμένο χρονικό διάστημα και αντί συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, συνών. νοικιάζω, εκναυλώνω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκμισθῶ < ἐκ + μισθός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκμισθώνω», σ. 252. https://navalhistory.gr/lexiko/εκμισθωνω/