navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παράδοση

παράδοση

η, ουσ.

  1. μεταβίβαση, παραχώρηση ενός πράγματος από το ένα πρόσωπο στο άλλο, συνών. δόσιμο, επίδοση, (φρ.) «ελλιπής / πλήρης / ολοκληρωτική παράδοση», «παράδοση φορτίου»,
  2. παραχώρηση της υπηρεσιακής ή κρατικής εξουσίας σε αντικαταστάτη ή διάδοχο
  3. (στρατ.) η υποταγή του ηττημένου
  4. (λαογρ.) πνευματικές δημιουργίες και δρώμενα του λαού που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, συνών. έθιμο, αντέτι, ζακόνι
  5. η διδασκαλία μαθησιακής ενότητας από δάσκαλο ή καθηγητή
  6. (φρ.) «προφορική / γραπτή / άνευ όρων / οικογενειακή / εθνική / λόγια / λαϊκή παράδοση, κ.ά.», «Ιερά Παράδοση».

Ετυμολογία

< αρχ. παρά + δίδωμι [= 1. δίνω, αποδίδω, δωρίζω, χαρίζω, 2. παρέχω, απονέμω, χορηγώ].

Παράγωγα

παραδοσιακός.

Σύνθετα

παραδοσιαρχία, παραδοσιοκρατία.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παράδοση», σ. 629. https://navalhistory.gr/lexiko/παραδοση/