παράδοση
η, ουσ.
- μεταβίβαση, παραχώρηση ενός πράγματος από το ένα πρόσωπο στο άλλο, συνών. δόσιμο, επίδοση, (φρ.) «ελλιπής / πλήρης / ολοκληρωτική παράδοση», «παράδοση φορτίου»,
- παραχώρηση της υπηρεσιακής ή κρατικής εξουσίας σε αντικαταστάτη ή διάδοχο
- (στρατ.) η υποταγή του ηττημένου
- (λαογρ.) πνευματικές δημιουργίες και δρώμενα του λαού που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, συνών. έθιμο, αντέτι, ζακόνι
- η διδασκαλία μαθησιακής ενότητας από δάσκαλο ή καθηγητή
- (φρ.) «προφορική / γραπτή / άνευ όρων / οικογενειακή / εθνική / λόγια / λαϊκή παράδοση, κ.ά.», «Ιερά Παράδοση».
Ετυμολογία
< αρχ. παρά + δίδωμι [= 1. δίνω, αποδίδω, δωρίζω, χαρίζω, 2. παρέχω, απονέμω, χορηγώ].
Παράγωγα
παραδοσιακός.
Σύνθετα
παραδοσιαρχία, παραδοσιοκρατία.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παράδοση», σ. 629. https://navalhistory.gr/lexiko/παραδοση/