εθελοντής
ο, εθελόντρια, η, ουσ.
- αυτός που προσφέρεται να εκτελέσει μια εργασία με τη θέλησή του και με μοναδικό κίνητρο το συναίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και του αλτρουισμού
- (ειδικότ.) ο στρατιώτης εκείνος που προσέρχεται στο στράτευμα οικειοθελώς
- (ως επίθ.) «εθελοντής νοσοκόμος / αιμοδότης».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐθελοντής < ἐθέλω [= θέλω, εύχομαι, επιθυμώ, επιδιώκω].
Παράγωγα
εθελοντικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εθελοντής», σ. 245. https://navalhistory.gr/lexiko/εθελοντησ/