navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εθελοντής

εθελοντής

ο, εθελόντρια, η, ουσ.

  1. αυτός που προσφέρεται να εκτελέσει μια εργασία με τη θέλησή του και με μοναδικό κίνητρο το συναίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και του αλτρουισμού
  2. (ειδικότ.) ο στρατιώτης εκείνος που προσέρχεται στο στράτευμα οικειοθελώς
  3. (ως επίθ.) «εθελοντής νοσοκόμος / αιμοδότης».

Ετυμολογία

< αρχ. ἐθελοντής < ἐθέλω [= θέλω, εύχομαι, επιθυμώ, επιδιώκω].

Παράγωγα

εθελοντικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εθελοντής», σ. 245. https://navalhistory.gr/lexiko/εθελοντησ/