ειδικός
-ή, -ό, επίθ.
αντών. γενικώς,
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ορισμένο είδος ή σε ορισμένες περιπτώσεις, που έχει ορισμένο σκοπό ή προορισμό
- (για πρόσωπο) αυτός που ασχολείται με συγκεκριμένο κλάδο επιστήμης ή τέχνης ή επαγγέλματος, που έχει κάποια ειδικότητα στον τομέα του, (φρ.) «ειδικός διαβητολόγος»,
- (ως ουσ.) ο εξειδικευμένος σε κάτι, (έκφρ.) «Να πας και να εξεταστείς από τον ειδικό»,
- (ναυτ. φρ.) «ειδικό βάρος / εμπόριο / φορτίο», «ειδικός όγκος», (νομ.) «Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο», (στρατ.) «Ειδικές Δυνάμεις», (ιατρ.) «Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο», (νομ.) «ειδικός αγορητής», (στρατ.) «ειδικός φρουρός», (πολιτ.) «ειδικός διαπραγματευτής», (έκφρ.) «άτομα με ειδικές ανάγκες / ικανότητες / δεξιότητες» ΑΜΕΑ.
Ετυμολογία
< αρχ. εἰδικός.
Επιρρήματα
ειδικά και ειδικώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ειδικός», σ. 246. https://navalhistory.gr/lexiko/ειδικοσ/