navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διοξ(ε)ίδιο

διοξ(ε)ίδιο

το, ουσ.

(χημ.) ένωση στοιχείου με δύο άτομα οξυγόνου.

Ετυμολογία

< δι(ς)- [= δύο] + οξείδιο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διοξ(ε)ίδιο», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διοξειδιο/