διάλυμα
το, ουσ.
(χημ.) ομογενές μείγμα που προέρχεται από τη διάλυση δύο ή περισσότερων ξεχωριστών ουσιών, (φρ.) «στερεό / υγρό / αέριο / πυκνό / αραιό / κεκορεσμένο διάλυμα».
Ετυμολογία
< διαλύ(ω) + -μα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάλυμα», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διαλυμα/