δίολκος
η, ουσ.
ειδικά διαμορφωμένο αυλάκι επί του εδάφους, πλακοστρωμένο, πάνω στο οποίο έσερναν τα πλοία, την περίοδο της αρχαιότητας, με σκοπό τη διέλευση του σκάφους από στεριά, όπως π.χ. στον Ισθμό της Κορίνθου ή, στη διώρυγα του Ξέρξη στη Χαλκιδική.
Ετυμολογία
< μτγν. δίολκος < δι- + [αρχ.] ὁλκός < ἕλκω [= τραβώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίολκος», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διολκοσ/