εβονίτης
ο, ουσ.
(χημ.) σκληρό και άκαμπτο υλικό, που παράγεται με ισχυρή θείωση του καουτσούκ [βουλκανισμός], που χρησιμοποιείται στην ηλεκτροτεχνία, ως μονωτικό υλικό.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < αγγλ. ebonite [-ite = -ίτης] ή γαλλ. ébonite < ebony [= έβενος] < λατιν. hebenus < αρχ. ἔβενος, ἡ, [δες ετυμ. λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εβονίτης», σ. 240. https://navalhistory.gr/lexiko/εβονιτησ/