navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ένωση

ένωση

η, ουσ.

η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενώνω:

  1. η σύνδεση αντικειμένων, χώρων, οργανισμών, εταιρειών, ιδεών, αντιλήψεων κ.λπ. έτσι ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, συνών. συνένωση, ενοποίηση
  2. το σημείο στο οποίο συνδέονται μεταξύ τους δύο ή περισσότερα αντικείμενα, (φρ.) «ένωση αυλού / σωλήνα / με συγκόλληση / ελασμάτων / εφοπλιστών / αρθρωτή / διαγώνιος / διχαλωτή / ελεύθερη / καρφωτή / σφαιρική», «Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών»
  3. η σύμπραξη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα με σκοπό την επιτυχή εκτέλεση κάποιας δράσης
  4. πολιτική διαδικασία υπαγωγής μίας αυτόνομης περιοχής ή χώρας στην κεντρική εξουσία, συνήθως, ομοεθνούς κράτους
  5. (εκκλ.) για την άρση του σχίσματος της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας, (φρ.) «Ένωση των Εκκλησιών»
  6. (χημ.) σύνθετη ουσία που αποτελείται από δύο ή περισσότερα χημικά στοιχεία και της οποίας τα συστατικά είναι αδύνατο να διαχωριστούν με φυσική μέθοδο ή μέσο, (φρ.) «ανόργανη / οργανική ένωση»,
  7. (ηλεκτρ.) η διαπίδυση ηλεκτρικού ρεύματος από έναν αγωγό σε άλλον εξαιτίας κακής μόνωσης ή άλλων αιτιών
  8. (μτφ.) ο γάμος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἕνω(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ένωση», σ. 274. https://navalhistory.gr/lexiko/ενωση/