ένωση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενώνω:
- η σύνδεση αντικειμένων, χώρων, οργανισμών, εταιρειών, ιδεών, αντιλήψεων κ.λπ. έτσι ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, συνών. συνένωση, ενοποίηση
- το σημείο στο οποίο συνδέονται μεταξύ τους δύο ή περισσότερα αντικείμενα, (φρ.) «ένωση αυλού / σωλήνα / με συγκόλληση / ελασμάτων / εφοπλιστών / αρθρωτή / διαγώνιος / διχαλωτή / ελεύθερη / καρφωτή / σφαιρική», «Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών»
- η σύμπραξη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα με σκοπό την επιτυχή εκτέλεση κάποιας δράσης
- πολιτική διαδικασία υπαγωγής μίας αυτόνομης περιοχής ή χώρας στην κεντρική εξουσία, συνήθως, ομοεθνούς κράτους
- (εκκλ.) για την άρση του σχίσματος της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας, (φρ.) «Ένωση των Εκκλησιών»
- (χημ.) σύνθετη ουσία που αποτελείται από δύο ή περισσότερα χημικά στοιχεία και της οποίας τα συστατικά είναι αδύνατο να διαχωριστούν με φυσική μέθοδο ή μέσο, (φρ.) «ανόργανη / οργανική ένωση»,
- (ηλεκτρ.) η διαπίδυση ηλεκτρικού ρεύματος από έναν αγωγό σε άλλον εξαιτίας κακής μόνωσης ή άλλων αιτιών
- (μτφ.) ο γάμος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἕνω(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ένωση», σ. 274. https://navalhistory.gr/lexiko/ενωση/