εξουδετερώνω
ρ. [μετβ.]
- εξαφανίζω τις βλαπτικές ιδιότητες ενός πράγματος ή τις αρνητικές συνέπειες ενός φαινομένου, μιας ενέργειας κ.λπ.
- (χημ.) προκαλώ εξουδετέρωση μετατρέποντας π.χ. ένα διάλυμα σε ουδέτερο.
Ετυμολογία
< εξ- + ουδέτερ(ος) + -ώνω.
Παράγωγα
εξουδετέρωση, εξουδετερωτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξουδετερώνω», σ. 280. https://navalhistory.gr/lexiko/εξουδετερωνω/