navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξουδετερώνω

εξουδετερώνω

ρ. [μετβ.]

  1. εξαφανίζω τις βλαπτικές ιδιότητες ενός πράγματος ή τις αρνητικές συνέπειες ενός φαινομένου, μιας ενέργειας κ.λπ.
  2. (χημ.) προκαλώ εξουδετέρωση μετατρέποντας π.χ. ένα διάλυμα σε ουδέτερο.

Ετυμολογία

< εξ- + ουδέτερ(ος) + -ώνω.

Παράγωγα

εξουδετέρωση, εξουδετερωτικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξουδετερώνω», σ. 280. https://navalhistory.gr/lexiko/εξουδετερωνω/